τεχνολόγος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τεχνολόγος τεχνολόγοι
γενική τεχνολόγου τεχνολόγων
αιτιατική τεχνολόγο τεχνολόγους
κλητική τεχνολόγε τεχνολόγοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τεχνολόγος < αρχαία ελληνική τεχνολόγος < τέχνη + λέγω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τεχνολόγος αρσενικό ή θηλυκό

  1. → Λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί) αυτής της λέξης.


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]