Μετάβαση στο περιεχόμενο

τεύτλο

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το τεύτλο τα τεύτλα
      γενική του τεύτλου των τεύτλων
    αιτιατική το τεύτλο τα τεύτλα
     κλητική τεύτλο τεύτλα
Κατηγορία όπως «πεύκο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
τεύτλο < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική τεῦτλον[1][2]. Παραβάλετε το κληρονομημένο σέσκουλο.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈtef.tlo/
τυπογραφικός συλλαβισμός: τεύτλο

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

τεύτλο ουδέτερο

  • (λαχανικό) γένος εδώδιμων, ποωδών φυτών, όπως το ζαχαρότευτλο, το σέσκουλο, το παντζάρι ή κοκκινογούλι κ.ά.
      Στην Ελασσόνα η τοπική Ένωση Αγροτικών Συνεταιρισμών παράγει δοκιμαστικά βιοντίζελ από ελαιοκράμβη που καλλιεργούν οι αγρότες της περιοχής εγκαταλείποντας άλλες καλλιέργειες, που πλέον δεν επιδοτούνται σημαντικά, ενώ στον Έβρο έχει ξεκινήσει η δοκιμαστική παραγωγή καυσίμων από τεύτλα, από τους ίδιους τους τευτλοπαραγωγούς σε συνεργασία με ιδιώτες.
    «*», ΤΟ ΒΗΜΑ
      Το φέσι από τεύτλα και οι σκηνές Βενεζουέλας, στο κρατικό εργοστάσιο ζάχαρης, ας είναι η τελευταία εικόνα από παρόμοιες, όπως εκείνες με τα στέκια ναρκομανών και τα αφοδευτήρια... σε γνωστές ιστορικές βιομηχανικές εγκαταστάσεις της Αττικής και της Πάτρας. Η βιομηχανική Ελλάδα υπήρξε.
    2018 Γιώργος Κράλογλου, «Φέσι από τεύτλα...», 21. 3. 2018, capital.gr, πρόσβαση: 29. 8. 2025

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. τεύτλο - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  2. τεύτλο - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)