τεύχος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τεύχος τεύχη
γενική τεύχους τευχών
αιτιατική τεύχος τεύχη
κλητική τεύχος τεύχη

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τεύχος < ελληνιστική κοινή τεῦχος (=κώδικας από φύλλα παπύρου ή περγαμηνής) < αρχαία ελληνική τεῦχος (=εργαλείο, όπλο) < τεύχω (=φτιάχνω, κατασκευάζω) < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *dheugh- (> τυγχάνω)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈtɛf.xɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τεύχος ουδέτερο

  1. καθένας από τους τόμους ενός περιοδικού, συγγράμματος κ.ά. που εκδίδεται σε τακτά χρονικά διαστήματα (εβδομαδιαίο, μηνιαίο...)


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]