τζάμι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : τζαμί

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τζάμι τζάμια
γενική τζαμιού τζαμιών
αιτιατική τζάμι τζάμια
κλητική τζάμι τζάμια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τζάμι < τουρκική cam < περσική جام (jâm)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈʣa.mi/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τζάμι ουδέτερο

  1. λεπτή διαφανής ή ημιδιαφανής πλάκα από γυαλί ή άλλο παρεμφερές υλικό που τοποθετείται σε ανοίγματα (πόρτες ή παράθυρα)
    συνώνυμα: υαλοπίνακας
  2. (αργκό) κάτι που ολοκληρώθηκε κατά τρόπο άψογο
    η δουλειά έγινε τζάμι

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]