τζίρος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τζίρος τζίροι
γενική τζίρου τζίρων
αιτιατική τζίρο τζίρους
κλητική τζίρε τζίροι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τζίρος < ιταλική giro < λατινική gyrus < μεταγενέστερη ελληνική γῦρος (αντιδάνειο)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τζίρος αρσενικό

  • το ποσό που εισέπραξε μια επιχείρηση (π.χ. ένα εμπορικό κατάστημα) σε ένα χρονικό διάστημα
  • όλα τα έσοδα από τις πωλήσεις.

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]