Μετάβαση στο περιεχόμενο

τζαμώσει

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

τζαμώσει

  1. απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τζαμώνω
  2. (να, ας, αν, ίσως κλπ) γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τζαμώνω
  3. θα τζαμώσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος τζαμώνω