τζαμώσουμε
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ρηματικός τύπος
[επεξεργασία]τζαμώσουμε
- (να, ας, αν, ίσως κλπ) α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τζαμώνω
- θα τζαμώσουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος τζαμώνω