Μετάβαση στο περιεχόμενο

τζαμώσουν

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

τζαμώσουν

  1. (να, ας, αν, ίσως κλπ) γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τζαμώνω
  2. θα τζαμώσουν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος τζαμώνω