τζατζίκι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το τζατζίκι τα τζατζίκια
      γενική του τζατζικιού των τζατζικιών
    αιτιατική το τζατζίκι τα τζατζίκια
     κλητική τζατζίκι τζατζίκια
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

τζατζίκι < τουρκική cacık

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τζατζίκι με φέτα ψωμί

τζατζίκι ουδέτερο (παλιότερα και "σατζίκι")

μία μερίδα τζατζίκι
να παραγγείλουμε ένα τζατζίκι ακόμη


Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]