τζατζίκι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τζατζίκι τζατζίκια
γενική τζατζικιού τζατζικιών
αιτιατική τζατζίκι τζατζίκια
κλητική τζατζίκι τζατζίκια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τζατζίκι < τουρκική cacık

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τζατζίκι με φέτα ψωμί

τζατζίκι ουδέτερο (παλιότερα και "σατζίκι")

μία μερίδα τζατζίκι
να παραγγείλουμε ένα τζατζίκι ακόμη


Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]