τζερτζελές

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

τζερτζελές < οθωμανική τουρκική zelzele < αραβική زلزلة (zalzalat, "σεισμός")

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τζερτζελές αρσενικό

  1. διασκεδαστική φασαρία, αναταραχή

Μεταφράσεις[επεξεργασία]