Μετάβαση στο περιεχόμενο

τζερτζελές

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο τζερτζελές οι τζερτζελέδες
      γενική του τζερτζελέ των τζερτζελέδων
    αιτιατική τον τζερτζελέ τους τζερτζελέδες
     κλητική τζερτζελέ τζερτζελέδες
Κατηγορία όπως «καφές» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
τζερτζελές < τουρκική zelzele < τουρκική زلزله (zelzele, zerzele) < αραβική زلزلة (zalzala, σεισμός)

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /dzer.dzeˈles/
τυπογραφικός συλλαβισμός: τζερτζελές

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

τζερτζελές αρσενικό

  1. (λαϊκότροπο, προφορικό) διασκεδαστική φασαρία, αναταραχή, αναστάτωση
      Εξακολουθούσε να έχει το πιστό του ακροατήριο, αλλά ένα ακροατήριο πλέον συρρικνωμένο, γραφικό, του πολιτικού τζερτζελέ μάλλον παρά της πολιτικής ουσίας (Πέτρος Τατσόπουλος, Είσαι και φαίνεσαι: Μια αιχμηρή ματιά, εκδ. Μεταίχμιο, 2019)
    άλλες μορφές: τζέρτζελο
  2. (λαϊκότροπο, προφορικό) φασαριόζος, σαματατζής, ο πλακατζής

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]