τζιριτζάντζουλα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τζιριτζάντζουλα τζιριτζάντζουλες
γενική τζιριτζάντζουλας
αιτιατική τζιριτζάντζουλα τζιριτζάντζουλες
κλητική τζιριτζάντζουλα τζιριτζάντζουλες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τζιριτζάντζουλα < ιταλική gironzolare < girare < gyrare, απαρέμφατο τού gyro < gyrus < ελληνιστική κοινή γῦρος (αντιδάνειο) < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *geu- (κάμπτω, καμπυλώνω)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τζιριτζάντζουλα θηλυκό

  1. (οικείο) (περι)στροφή, στριφογύρισμα, ελιγμός
  2. (οικείο) (συνήθως στον πληθυντικό: τζιριτζάντζουλες) κόλπο, νάζι, κάμωμα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]