Μετάβαση στο περιεχόμενο

τηγανίσουμε

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

τηγανίσουμε

  1. (να, ας, αν, ίσως κλπ) α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τηγανίζω
  2. θα τηγανίσουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος τηγανίζω