τηγανόψωμο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τηγανόψωμο < τηγάνι + ψωμί

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τηγανόψωμο ουδέτερο

  1. μικρό ψωμάκι, σε μορφή πίτας, που τρώγεται σκέτο ή με μέλι, τυρί, καρύδια, ζάχαρη, ή οτιδήποτε άλλο

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]