τηλεγραφόξυλο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τηλεγραφόξυλο τηλεγραφόξυλα
γενική τηλεγραφόξυλου τηλεγραφόξυλων
αιτιατική τηλεγραφόξυλο τηλεγραφόξυλα
κλητική τηλεγραφόξυλο τηλεγραφόξυλα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τηλεγραφόξυλο < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τηλεγραφόξυλο ουδέτερο

  1. ξύλινο, συνήθως, στήριγμα των καλωδίων του τηλεγράφου
  2. (μεταφορικά) (αστειευόμενοι) ψηλός και λιγνός άνθρωπος
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: (για άνδρα) λέλεκας, μακρολέλεκας, μαντράχαλος, ψηλέας, ψηλολέλεκας
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: (για γυναίκα) στέκα, ταβανόσκουπα


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]