τηλεθέαση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τηλεθέαση τηλεθεάσεις
γενική τηλεθέασης
& τηλεθεάσεως
τηλεθεάσεων
αιτιατική τηλεθέαση τηλεθεάσεις
κλητική τηλεθέαση τηλεθεάσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

τηλεθέαση < τηλε- + θέαση

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ti.lɛ.ˈθɛ.a.si/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

τηλεθέαση θηλυκό

  1. το να παρακολουθεί κάποιος τηλεοπτικά προγράμματα
  2. το σύνολο των τηλεθεατών που παρακολουθούν μια εκπομπή· συνήθως υπολογίζεται στατιστικά, σύμφωνα με ένα συγκεκριμένο δείγμα μέτρησης το οποίο είναι αντιπροσωπευτικό του πληθυσμού

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]