τηλεργασία

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τηλεργασία τηλεργασίες
γενική τηλεργασίας τηλεργασιών
αιτιατική τηλεργασία τηλεργασίες
κλητική τηλεργασία τηλεργασίες


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τηλεργασία < τηλε- + εργασία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τηλεργασία θηλυκό

  • η εργασία για έναν εργοδότη ή έναν πελάτη, εκτός του παραδοσιακού εργασιακού χώρου, μέσω τηλεπικοινωνιακών μέσων και τεχνολογικών εργαλείων
π.χ. δουλειά στο σπίτι



Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]