Μετάβαση στο περιεχόμενο

τηλεφωνηθούμε

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

τηλεφωνηθούμε

  1. (να, ας, αν, ίσως κλπ) α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τηλεφωνιέμαι
  2. θα τηλεφωνηθούμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος τηλεφωνιέμαι