Μετάβαση στο περιεχόμενο

τηράξει

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

τηράξει

  1. απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τηράω
  2. (να, ας, αν, ίσως κλπ) γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τηράω
  3. θα τηράξει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος τηράω