τη βγάζω με ψωμί κι ελιά
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ti‿ˈvɣa.zo me‿psoˈmi c‿eˈʎa/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : τη βγά‐ζω με ψω‐μί κι ε‐λιά
Φράση
[επεξεργασία]- (μεταφορικά) άλλη μορφή του περνάω με ψωμί κι ελιά· περνώ, ζω πολύ φτωχικά