τικάλ
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- τικάλ < ταϊλανδέζικη λέξη
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]τικάλ ουδέτερο άκλιτο
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] τικάλ
|
|
τικάλ ουδέτερο άκλιτο
|
|