τιμάω

From Βικιλεξικό
Jump to navigation Jump to search

Ελληνικά (el) [edit]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[edit]

ΔΦΑ : /tiˈma.ɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[edit]

τιμάω



Αρχαία ελληνικά (grc) [edit]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [edit]

τιμάω < τιμή < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *kʷi-mā- < *kʷei- (τιμή, αξία)
Αρχικοί χρόνοι Ενεργητική φωνή Μέση-Παθητική φωνή
Ενεστώτας τιμάω - τιμῶ τιμάομαι - τιμῶμαι
Παρατατικός ἐτίμων ἐτιμώμην
Μέλλοντας τιμήσω τιμήσομαι & τιμηθήσομαι
Αόριστος ἐτίμησα ἐτιμησάμην & ἐτιμήθην
Παρακείμενος τετίμηκα τετίμημαι
Υπερσυντέλικος ἐτιμήκειν ἐτετιμήμην
Συντελ.Μέλλ. τετιμηκώς ἔσομαι τετιμήσομαι


Open book 01.svg Ρήμα[edit]

τιμάω

  1. εκτιμώ
  2. σέβομαι
  3. εκτιμώ την αξία κάποιου ή κάτι
  4. επιβάλλω την ποινή κάποιου κα.

Συγγενικές λέξεις[edit]

Σύνθετα[edit]

σημασία με τις προθέσεις:

  • ἀντι- (αντιπροτείνω άλλη ποινή)
  • ἀπo- (περιφρονώ, ορίζω την τιμή κάποιου πράγματος για εκτίμηση)
  • ὑπο- (ως δικανικός όρος αντιπροτείνω άλλη τιμή ως το ἀντιτιμῶμαι)
  • προσ- (επιβάλλω επιπλέον ποινή απ' ότι ορίζει ο νόμος), προσαπο-
  • ἐν- (ἐντιμῶμαι= συνυπολογίζομαι)

Επίσης

Κλίση[edit]

Open book icon.png Πηγές[edit]