τιμαλφής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική τιμαλφής τιμαλφής τιμαλφές
γενική τιμαλφούς τιμαλφούς τιμαλφούς
αιτιατική τιμαλφή τιμαλφή τιμαλφές
κλητική τιμαλφή(ής) τιμαλφής τιμαλφές
πτώση πληθυντικός
ονομαστική τιμαλφείς τιμαλφείς τιμαλφή
γενική τιμαλφών τιμαλφών τιμαλφών
αιτιατική τιμαλφείς τιμαλφείς τιμαλφή
κλητική τιμαλφείς τιμαλφείς τιμαλφή

Ετυμολογία [επεξεργασία]

τιμαλφής < (λόγιο) αρχαία ελληνική τιμαλφής

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ti.malˈfis/
συλλαβισμός: τι‐μαλ‐φής

Επίθετο[επεξεργασία]

τιμαλφής, -ής, -ές

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ὁ, ἡ τιμαλφής τὸ τιμαλφές οἱ, αἱ τιμαλφεῖς τὰ τιμαλφ
Γενική τοῦ, τῆς τιμαλφοῦς τοῦ τιμαλφοῦς τῶν τιμαλφῶν τῶν τιμαλφῶν
Δοτική τῷ, τῇ τιμαλφεῖ τῷ τιμαλφεῖ τοῖς, ταῖς τιμαλφέσι(ν) τοῖς τιμαλφέσι(ν)
Αιτιατική τὸν, τὴν τιμαλφ τὸ τιμαλφές τοὺς, τὰς τιμαλφεῖς τὰ τιμαλφ
Κλητική τιμαλφές τιμαλφές τιμαλφεῖς τιμαλφ
Πτώσεις Δυικός
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική τιμαλφεῖ
Γενική-Δοτική τιμαλφοῖν

Ετυμολογία [επεξεργασία]

τιμαλφής < τιμή + -αλφής ( < ἀλφάνω (φέρω, βρίσκω, αποκτώ)

Επίθετο[επεξεργασία]

τῑμαλφής, -ής, -ές

  1. που αποφέρει τιμή
  2. ακριβός
  3. πολύτιμος

Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]