τιμαριούχος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τιμαριούχος τιμαριούχοι
γενική τιμαριούχου τιμαριούχων
αιτιατική τιμαριούχο τιμαριούχους
κλητική τιμαριούχε τιμαριούχοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τιμαριούχος < τιμάριον + -ούχος < έχω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τιμαριούχος αρσενικό ή θηλυκό

  1. ο κάτοχος τιμαρίου, τσιφλικιού στην οθωμανική αυτοκρατορία, ο μεγαλοϊδιοκτήτης που αρχικά ήταν μόνον στρατιωτικός. Αργότερα, δεν ανήκε απαραίτητα στο στρατιωτικό σώμα.
  2. παλιότερα έτσι αποκαλούσαν εκείνον που αυθαιρετούσε

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]