τιμαριώτης

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τιμαριώτης < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τιμαριώτης αρσενικό

  1. τιμαριούχος: ο ιδιοκτήτης τιμαρίου

ΣΥΝ: τσιφλικάς, φεουδάρχης


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]