τιμητική

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η τιμητική οι τιμητικές
      γενική της τιμητικής των τιμητικών
    αιτιατική την τιμητική τις τιμητικές
     κλητική τιμητική τιμητικές
Κατηγορία όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
τιμητική < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου τιμητικός

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

τιμητική θηλυκό

  1. εκδήλωση που πραγματοποιείται προκειμένου να τιμηθεί κάποιος
  2. (στρατιωτικός όρος) άδεια που χορηγείται σε στρατιώτη για την προσφορά του

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος επιθέτου

[επεξεργασία]

τιμητική

Ομώνυμα / Ομόηχα

[επεξεργασία]