τιμονιά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η τιμονιά οι τιμονιές
      γενική της τιμονιάς των τιμονιών
    αιτιατική την τιμονιά τις τιμονιές
     κλητική τιμονιά τιμονιές
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

τιμονιά < τιμόνι

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τιμονιά θηλυκό

  • ο στιγμιαίος χειρισμός του τιμονιού.

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]