Μετάβαση στο περιεχόμενο

τιμωρήσει

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

τιμωρήσει

  1. απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τιμωρώ
  2. (να, ας, αν, ίσως κλπ) γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τιμωρώ
  3. θα τιμωρήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος τιμωρώ