τινάζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

τινάζω < αρχαία ελληνική τινάσσω

Ρήμα[επεξεργασία]

τινάζω

  1. εξαναγκάζω ένα εύκαμπτο αντικείμενο να παραμορφωθεί κυματικά για την απομάκρυνση των σωματιδίων πάνω του
    Τινάζω την κουβέρτα στο μπαλκόνι.
  2. ξεσκονίζω
    Τίναξε τα βιβλία.

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • τα τίναξα, τίναξα τα πέταλαδείτε την έκφραση: τα κακάρωσα΄

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]