Μετάβαση στο περιεχόμενο

τμήμα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το τμήμα τα τμήματα
      γενική του τμήματος των τμημάτων
    αιτιατική το τμήμα τα τμήματα
     κλητική τμήμα τμήματα
Κατηγορία όπως «κύμα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
τμήμα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική τμῆμα [1] < τέμνω

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈtmi.ma/
τυπογραφικός συλλαβισμός: τμήμα

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

τμήμα ουδέτερο

  1. μέρος ή υποδιαίρεση ενός συνόλου
    παράδειγμα Ρίζες ονομάζουμε το τμήμα του φυτού που βρίσκεται μέσα στο έδαφος.
  2. υποδιαίρεση
    1. υπηρεσίας, διοικητικής μονάδας
      1. (προφορικό) συνώνυμο του αστυνομικό τμήμα
        παράδειγμα Τον πήγανε στο τμήμα.
      2. εκλογικό τμήμα
    2. ή εκπαιδευτικής μονάδας
      παράδειγμα Πόσα τμήματα έχει η Φιλοσοφική Σχολή στα ελληνικά πανεπιστήμια;
      παράδειγμα Τάξεις με πολλούς μαθητές, χωρίζονται σε μικρότερα τμήματα.

Πολυλεκτικοί όροι

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

 και δείτε τη λέξη τέμνω

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  • τμήμα -  Κάτος, Γιώργος Β. (2016) Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής μας γλώσσας. Θεσσαλονίκη. online στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας (ΚΕΓ,1-2)
  • τμήμα - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών.  (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)