τμήμα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τμήμα τμήματα
γενική τμήματος τμημάτων
αιτιατική τμήμα τμήματα
κλητική τμήμα τμήματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τμήμα < αρχαία ελληνική τμῆμα < τέμνω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τμήμα ουδέτερο

  1. μέρος ενός συνόλου
    ρίζες ονομάζουμε το τμήμα του φυτού που βρίσκεται μέσα στο έδαφος
  2. υποδιαίρεση ενός συνόλου

Nuvola apps noatun.png Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]