τμήμα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | τμήμα | τα | τμήματα |
| γενική | του | τμήματος | των | τμημάτων |
| αιτιατική | το | τμήμα | τα | τμήματα |
| κλητική | τμήμα | τμήματα | ||
| Κατηγορία όπως «κύμα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- τμήμα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική τμῆμα [1] < τέμνω
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈtmi.ma/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : τμή‐μα
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]τμήμα ουδέτερο
- μέρος ή υποδιαίρεση ενός συνόλου
Ρίζες ονομάζουμε το τμήμα του φυτού που βρίσκεται μέσα στο έδαφος.
- υποδιαίρεση
- υπηρεσίας, διοικητικής μονάδας
- (προφορικό) συνώνυμο του αστυνομικό τμήμα
Τον πήγανε στο τμήμα.
- εκλογικό τμήμα
- (προφορικό) συνώνυμο του αστυνομικό τμήμα
- ή εκπαιδευτικής μονάδας
Πόσα τμήματα έχει η Φιλοσοφική Σχολή στα ελληνικά πανεπιστήμια;
Τάξεις με πολλούς μαθητές, χωρίζονται σε μικρότερα τμήματα.
- υπηρεσίας, διοικητικής μονάδας
Πολυλεκτικοί όροι
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]→ και δείτε τη λέξη τέμνω
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ τμήμα - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Πηγές
[επεξεργασία]- τμήμα - Κάτος, Γιώργος Β. (2016) Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής μας γλώσσας. Θεσσαλονίκη. online στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας (ΚΕΓ,1-2)
- τμήμα - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'κύμα' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Προφορικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)