τμηματικά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

τμηματικά < τμηματικός

Επίρρημα[επεξεργασία]

τμηματικά

το έργο θα ολοκληρωθεί τμηματικά μέχρι το τέλος του έτους

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος επιθέτου[επεξεργασία]

τμηματικά