τοιούτος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο τοιούτος οι τοιούτοι
      γενική του τοιούτου των τοιούτων
    αιτιατική τον τοιούτο τους τοιούτους
     κλητική τοιούτε τοιούτοι
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

τοιούτος < αρχαία ελληνική τοιοῦτος

Αντωνυμία[επεξεργασία]

τοιούτος -η -ο

  1. (καθαρεύουσα) τέτοιου είδους, παρόμοιος
  2. (υποτιμητικό, ως ουσιαστικό) ο άντρας ομοφυλόφιλος

Μεταφράσεις[επεξεργασία]