τοις μετρητοίς
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- τοις μετρητοίς < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα τοῖς μετρητοῖς, δοτική πληθυντικού του τὰ μετρητά < μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική au comptant.
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /tis‿me.tɾiˈtis/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : τοις με‐τρη‐τοίς
Επιρρηματική έκφραση
[επεξεργασία]τοις μετρητοίς (τροπικό επίρρημα)
- (οικονομία) σε μετρητά, με άμεση καταβολή του αντιτίμου
Θα πληρώσετε με κάρτα ή τοις μετρητοίς;- ≠ αντώνυμα: επί πιστώσει
Εκφράσεις
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] τοις μετρητοίς
Πηγές
[επεξεργασία]- μετρητοίς - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- μετρητοίς - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από την καθαρεύουσα (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την καθαρεύουσα (νέα ελληνικά)
- Μεταφραστικά δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Επιρρηματικές εκφράσεις (νέα ελληνικά)
- Εκφράσεις (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Τροπικά επιρρήματα (νέα ελληνικά)
- Οικονομία (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)