Μετάβαση στο περιεχόμενο

τοις μετρητοίς

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
τοις μετρητοίς < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα τοῖς μετρητοῖς, δοτική πληθυντικού του τὰ μετρητά < μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική au comptant.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /tis‿me.tɾiˈtis/
τυπογραφικός συλλαβισμός: τοις μετρητοίς

Επιρρηματική έκφραση

[επεξεργασία]

τοις μετρητοίς (τροπικό επίρρημα)

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]