Μετάβαση στο περιεχόμενο

τοιχοκολλήσει

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

τοιχοκολλήσει

  1. απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τοιχοκολλώ
  2. (να, ας, αν, ίσως κλπ) γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τοιχοκολλώ
  3. θα τοιχοκολλήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος τοιχοκολλώ