τοιχοκολλώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

τοιχοκολλώ < τοίχος + κολλώ

Ρήμα[επεξεργασία]

τοιχοκολλώ, πρτ.: τοιχοκολλούσα, στ.μέλλ.: θα τοιχοκολλήσω, αόρ.: τοιχοκόλλησα, παθ.φωνή: τοιχοκολλούμαι, μτχ.π.π.: τοιχοκολλημένος

  • κολλάω σε τοίχους αφίσες διαφημιστικού, πολιτικού ή άλλου περιεχομένου, γενικά κάποια αναγγελία

Μεταφράσεις[επεξεργασία]