τοιχοκολλώ

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τοιχοκολλώ < τοίχος + κολλώ

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

τοιχοκολλώ, πρτ.: τοιχοκολλούσα, στ.μέλλ.: θα τοιχοκολλήσω, αόρ.: τοιχοκόλλησα, παθ.φωνή: τοιχοκολλούμαι, παθ.φωνή:, μτχ.π.π.: τοιχοκολλημένος

  1. κολλάω σε τοίχους αφίσες διαφημιστικού, πολιτικού ή άλλου περιεχομένου, γενικά κάποια αναγγελία

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]