τοκετός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τοκετός τοκετοί
γενική τοκετού τοκετών
αιτιατική τοκετό τοκετούς
κλητική τοκετέ τοκετοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τοκετός < αρχαία ελληνική τοκετός < τίκτω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /tɔ.cɛ.ˈtɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τοκετός αρσενικό

  1. (ιατρική) η διαδικασία με την οποία γεννιέται ένα παιδί, καθώς εξέρχεται από το σώμα της μητέρας του με τις εξωθήσεις της μήτρας, η γέννα
    φυσιολογικός / πρόωρος τοκετός
  2. (μεταφορικά) το στάδιο κατά το οποίο κάτι αποκτά ύπαρξη

Nuvola apps noatun.png Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]