τοκογλύφος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τοκογλύφος τοκογλύφοι
γενική τοκογλύφου τοκογλύφων
αιτιατική τοκογλύφο τοκογλύφους
κλητική τοκογλύφε τοκογλύφοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τοκογλύφος < αρχαία ελληνική τοκογλύφος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τοκογλύφος αρσενικό ή θηλυκό

  1. κάποιος που κατ' επάγγελμα δανείζει παρανόμως χρήματα με πολύ υψηλό τόκο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

μεγεθυντικό[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τοκογλύφος < τόκος (μεταφορικά η γέννηση κέρδους από χρήμα) και γλύφω (σμιλεύω, επεξεργάζομαι την πέτρα ή το μάρμαρο), (που καταγράφει τους τόκους του)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τοκογλύφος αρσενικό

  1. τοκογλύφος