τολμώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τολμώ < αρχαία ελληνική τολμῶ

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /tɔl.ˈmɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

τολμώ

  1. ενεργώ χωρίς φόβο, χωρίς δισταγμούς, κάνω κάτι με τόλμη
    κανείς δεν τολμά να του πει την αλήθεια
  2. κάνω ή λέω κάτι με θράσος, ξεπερνάω τα όρια
    πώς τολμάς και μιλάς έτσι στους γονείς σου;

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]