τολμώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

τολμώ < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ρήμα[]

τολμώ

  1. ενεργώ χωρίς φόβο, χωρίς δισταγμούς, κάνω κάτι με τόλμη
    κανείς δεν τολμά να του πει την αλήθεια
  2. κάνω ή λέω κάτι με θράσος, ξεπερνάω τα όρια
    πώς τολμάς και μιλάς έτσι στους γονείς σου;

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]