τολμώμαι
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ρηματικός τύπος
[επεξεργασία]τολμώμαι
- α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής παθητικής φωνής του τολμώ
- ※ Ουδενός η μείωση πρέπει να τολμάται και ουδενός η τιμή να αφαιρείται. Η ιστορική μνήμη πρέπει να τιμάται με ενότητα. (anogi.gr, 7/11/2021 )
- ※ Άτομα προερχόμενα από τη δεξιά, την αριστερά και την κοινωνία των πολιτών μαζί, για τη δημιουργία μιας πλειοψηφίας, δεν έχει ποτέ άλλοτε τολμηθεί capital.gr, 16/5/2017, ()
Πηγές
[επεξεργασία]- τολμώμαι - Αναστασιάδη - Συμεωνίδη, Άννα (2003). Αντίστροφο λεξικό της νέας ελληνικής. Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών. Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη. (συντομογραφίες)
- τολμώ - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας