Μετάβαση στο περιεχόμενο

τολμώμαι

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

τολμώμαι

  • α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής παθητικής φωνής του τολμώ
      Ουδενός η μείωση πρέπει να τολμάται και ουδενός η τιμή να αφαιρείται. Η ιστορική μνήμη πρέπει να τιμάται με ενότητα. (anogi.gr, 7/11/2021 )
      Άτομα προερχόμενα από τη δεξιά, την αριστερά και την κοινωνία των πολιτών μαζί, για τη δημιουργία μιας πλειοψηφίας, δεν έχει ποτέ άλλοτε τολμηθεί capital.gr, 16/5/2017, ()