τονισμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική τονισμένος τονισμένη τονισμένο
γενική τονισμένου τονισμένης τονισμένου
αιτιατική τονισμένο τονισμένη τονισμένο
κλητική τονισμένε τονισμένη τονισμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική τονισμένοι τονισμένες τονισμένα
γενική τονισμένων τονισμένων τονισμένων
αιτιατική τονισμένους τονισμένες τονισμένα
κλητική τονισμένοι τονισμένες τονισμένα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τονισμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος τονίζω

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

τονισμένος, -η, -ο

  1. δείτε τη λέξη: τονίζω

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]