τονούμενος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική τονούμενος τονούμενη τονούμενο
γενική τονούμενου τονούμενης τονούμενου
αιτιατική τονούμενο τονούμενη τονούμενο
κλητική τονούμενε τονούμενη τονούμενο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική τονούμενοι τονούμενες τονούμενα
γενική τονούμενων τονούμενων τονούμενων
αιτιατική τονούμενους τονούμενες τονούμενα
κλητική τονούμενοι τονούμενες τονούμενα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τονούμενος < αρχαία ελληνική τονούμενος, μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος τονόω / τονέω

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

τονούμενος, -η, -ο

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]