τοπάζι
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | τοπάζι | τα | τοπάζια |
| γενική | του | τοπαζιού | των | τοπαζιών |
| αιτιατική | το | τοπάζι | τα | τοπάζια |
| κλητική | τοπάζι | τοπάζια | ||
| Οι καταλήξεις -ιού, -ια, -ιών προφέρονται με συνίζηση. | ||||
| Κατηγορία όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- τοπάζι < ελληνιστική κοινή τοπάζιον / τόπαζος < προελληνική [1]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /toˈpa.zi/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : το‐πά‐ζι
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]τοπάζι ουδέτερο
- (ορυκτολογία) είδος πολύτιμου λίθου (πυριτικό / φθοριούχο ορυκτό του αργιλίου: Al2SiO4(F,OH)2)
- ※ ...χυνόταν μιά ἀκράτητη διακόσμηση χλιδῆς. Διαμάντια, ρουμπίνια, σμαράγδια, ζαφείρια, τοπάζια, ἀμέθυστοι, λάπις – λάζουλι, μαργαριτάρια, μαλαχίτες, μέσα σὲ ὄργιο χρυσοῦ, κρεμόνταν σὲ βαρύτατα περιδέραια πεταμένα το 'να πάνω στ' ἄλλο, ἁρμάθες σωστές παραμυθένιου πλούτου, κάτι σὰ διάκοσμος ξεχαλινωμένης Χαλιμᾶς. (Μ. Καραγάτσης, Ο Γιούγκερμαν και τα στερνά του, Βιβλιοπωλείο της Εστίας, 1999, σελ. 17)
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
τοπάζι στη Βικιπαίδεια

Μεταφράσεις
[επεξεργασία] τοπάζι
- ↑ ⌘ Beekes, Robert S. P. (2010) Etymological Dictionary of Greek. [Ετυμολογικό λεξικό της ελληνικής γλώσσας] (στα αγγλικά) με την αρωγή του Lucien van Beek. Leiden: Brill. Τόμοι 1‑2.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'τραγούδι' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την προελληνική (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ορυκτολογία (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)