Μετάβαση στο περιεχόμενο

τοπικός

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο τοπικός η τοπική το τοπικό
      γενική του τοπικού της τοπικής του τοπικού
    αιτιατική τον τοπικό την τοπική το τοπικό
     κλητική τοπικέ τοπική τοπικό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι τοπικοί οι τοπικές τα τοπικά
      γενική των τοπικών των τοπικών των τοπικών
    αιτιατική τους τοπικούς τις τοπικές τα τοπικά
     κλητική τοπικοί τοπικές τοπικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
τοπικός < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική τοπικός και σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική local
(για το μέρος του σώματος) < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική topique < αρχαία ελληνική τοπικός[1]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /to.piˈkos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: τοπικός

Επίθετο

[επεξεργασία]

τοπικός

  1. που βρίσκεται ή συμβαίνει ή αναφέρεται σε έναν συγκεκριμένο τόπο
    παράδειγμα τοπικά προϊόντα, τοπική διάλεκτος
  2. που περιορίζεται σε ένα συγκεκριμένο τόπο
    παράδειγμα τοπικά καιρικά φαινόμενα
      Χρησιμοποιούνται επίσης υποκοριστικά ως τοπωνύμια (Παναγίτσα, Προδρόμι < Άγιος Πρόδρομος), ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις παραλείπεται το προσωπωνύμιο του αγίου ή της αγίας και το τοπωνύμιο εκφέρεται μόνο με τον τοπικό ή κτητορικό προσδιορισμό: Σπηλιώτισσα (=Παναγιά η Σπηλιώτισσα), Ρωμανού (παλιά μονή ιδιοκτησίας σήμερα της οικογένειας Ρωμανού) κ.ά. (Τα τοπωνύμια της Ελλάδας και η προέλευσή τους, εφημερίδα Πρώτο Θέμα, 24/01/2021 )
  3. που αφορά τμήμα ενός αντικειμένου
  4. που αφορά μέρος του ανθρώπινου σώματος
    παράδειγμα τοπική αναισθησία
  5. (γραμματική) που αφορά έναν τόπο
    παράδειγμα τοπική αντωνυμία
  6. (πληροφορική) local: μπορεί να αναφέρεται στην τοπική μεταβλητή, στο τοπικό δίκτυο ή στον τοπικό υπολογιστή που συνδέεται σε ένα δίκτυο

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Πολυλεκτικοί όροι

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]