τοπικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο τοπικός η τοπική το τοπικό
      γενική του τοπικού της τοπικής του τοπικού
    αιτιατική τον τοπικό την τοπική το τοπικό
     κλητική τοπικέ τοπική τοπικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι τοπικοί οι τοπικές τα τοπικά
      γενική των τοπικών των τοπικών των τοπικών
    αιτιατική τους τοπικούς τις τοπικές τα τοπικά
     κλητική τοπικοί τοπικές τοπικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία [επεξεργασία]

τοπικός < τόπος + -ικός

Επίθετο[επεξεργασία]

τοπικός

  1. που βρίσκεται ή συμβαίνει ή αναφέρεται σε έναν συγκεκριμένο τόπο
    τοπικά προϊόντα, τοπική διάλεκτος
  2. που περιορίζεται σε ένα συγκεκριμένο τόπο
    τοπικά καιρικά φαινόμενα
  3. (πληροφορική) local: μπορεί να αναφέρεται στην τοπική μεταβλητή, στο τοπικό δίκτυο ή στον τοπικό υπολογιστή που συνδέεται σε ένα δίκτυο

Μεταφράσεις[επεξεργασία]