τοποθετηθείς

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική τοποθετηθείς τοποθετηθείσα τοποθετηθέν
γενική τοποθετηθέντος τοποθετηθείσας
τοποθετηθείσης
τοποθετηθέντος
αιτιατική τοποθετηθέντα τοποθετηθείσα τοποθετηθέν
κλητική τοποθετηθείς τοποθετηθείσα τοποθετηθέν
πτώση πληθυντικός
ονομαστική τοποθετηθέντες τοποθετηθείσες τοποθετηθέντα
γενική τοποθετηθέντων τοποθετηθεισών τοποθετηθέντων
αιτιατική τοποθετηθέντες τοποθετηθείσες τοποθετηθέντα
κλητική τοποθετηθέντες τοποθετηθείσες τοποθετηθέντα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τοποθετηθείς < από τη μετοχή τοποθετηθείς, τοποθετηθεῖσα, τοποθετηθέν του παθητικού αορίστου ἐτοποθετήθην του ελληνιστικού ρήματος τοποθετέω/τοποθετῶ ("περιγράφω, σημειώνω μια τοποθεσία")

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

τοποθετηθείς, τοποθετηθείσα, τοποθετηθέν

Open book 01.svg Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

τοποθετηθείς

  1. (να, ας, αν, ίσως κλπ) β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τοποθετούμαι
  2. θα τοποθετηθείς: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος τοποθετούμαι