τοποθετημένος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- τοποθετημένος < τοποθετούμαι
Μετοχή
[επεξεργασία]τοποθετημένος, -η, -ο
- που έχει τοποθετηθεί
- ※ Βρέθηκαν επίσης, αρκετά χάλκινα μικροαντικείμενα, όπως βελόνες, μια αγκράφα και μία τοξωτή πόρπη, ενώ στο στόμα του νεκρού – σύμφωνα με τις ταφικές πρακτικές – ήταν τοποθετημένο ένα χάλκινο νόμισμα (Αρχαιολογικόν δελτίον, τόμος 54, 2005, σελ. 500)
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] τοποθετημένος