τοπομαχώ
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- τοπομαχώ < ελληνιστική κοινή τοπομαχέω[1] / τοπομαχῶ < αρχαία ελληνική τόπος + μάχη
Ρήμα
[επεξεργασία]τοπομαχώ
Συγγενικά
[επεξεργασία]Κλίση
[επεξεργασία] Ενεργητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | τοπομαχώ | τοπομαχούσα | θα τοπομαχώ | να τοπομαχώ | τοπομαχώντας | |
| β' ενικ. | τοπομαχείς | τοπομαχούσες | θα τοπομαχείς | να τοπομαχείς | (τοπομάχει) | |
| γ' ενικ. | τοπομαχεί | τοπομαχούσε | θα τοπομαχεί | να τοπομαχεί | ||
| α' πληθ. | τοπομαχούμε | τοπομαχούσαμε | θα τοπομαχούμε | να τοπομαχούμε | ||
| β' πληθ. | τοπομαχείτε | τοπομαχούσατε | θα τοπομαχείτε | να τοπομαχείτε | τοπομαχείτε | |
| γ' πληθ. | τοπομαχούν(ε) | τοπομαχούσαν(ε) | θα τοπομαχούν(ε) | να τοπομαχούν(ε) | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | τοπομάχησα | θα τοπομαχήσω | να τοπομαχήσω | τοπομαχήσει | ||
| β' ενικ. | τοπομάχησες | θα τοπομαχήσεις | να τοπομαχήσεις | τοπομάχησε | ||
| γ' ενικ. | τοπομάχησε | θα τοπομαχήσει | να τοπομαχήσει | |||
| α' πληθ. | τοπομαχήσαμε | θα τοπομαχήσουμε | να τοπομαχήσουμε | |||
| β' πληθ. | τοπομαχήσατε | θα τοπομαχήσετε | να τοπομαχήσετε | τοπομαχήστε | ||
| γ' πληθ. | τοπομάχησαν τοπομαχήσαν(ε) |
θα τοπομαχήσουν(ε) | να τοπομαχήσουν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | |
| α' ενικ. | έχω τοπομαχήσει | είχα τοπομαχήσει | θα έχω τοπομαχήσει | να έχω τοπομαχήσει | ||
| β' ενικ. | έχεις τοπομαχήσει | είχες τοπομαχήσει | θα έχεις τοπομαχήσει | να έχεις τοπομαχήσει | ||
| γ' ενικ. | έχει τοπομαχήσει | είχε τοπομαχήσει | θα έχει τοπομαχήσει | να έχει τοπομαχήσει | ||
| α' πληθ. | έχουμε τοπομαχήσει | είχαμε τοπομαχήσει | θα έχουμε τοπομαχήσει | να έχουμε τοπομαχήσει | ||
| β' πληθ. | έχετε τοπομαχήσει | είχατε τοπομαχήσει | θα έχετε τοπομαχήσει | να έχετε τοπομαχήσει | ||
| γ' πληθ. | έχουν τοπομαχήσει | είχαν τοπομαχήσει | θα έχουν τοπομαχήσει | να έχουν τοπομαχήσει |
| |
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] τοπομαχώ
|
|
Πηγές
[επεξεργασία]- τοπομαχώ - Αναστασιάδη - Συμεωνίδη, Άννα (2003). Αντίστροφο λεξικό της νέας ελληνικής. Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών. Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη. (συντομογραφίες)
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ τοπομαχέω - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ρήματα (νέα ελληνικά)
- Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λόγιοι όροι (νέα ελληνικά)
- Σπάνιοι όροι (νέα ελληνικά)
- Ρήματα που κλίνονται όπως το «θεωρώ»
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)