τοποτηρητία
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- τοποτηρητία < τοποτηρητής + -ία
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]τοποτηρητία θηλυκό
- (θρησκεία) το να είναι κάποιος τοποτηρητής, η ιδιότητα του τοποτηρητή, καθώς και η χρονική διάρκεια της άσκησης του αξιώματος
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] τοποτηρητία
|
|
Πηγές
[επεξεργασία]- τοποτηρητία - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- τοποτηρητία - Αναστασιάδη - Συμεωνίδη, Άννα (2003). Αντίστροφο λεξικό της νέας ελληνικής. Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών. Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη. (συντομογραφίες)