Μετάβαση στο περιεχόμενο

τοποτηρητία

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η τοποτηρητία οι τοποτηρητίες
      γενική της τοποτηρητίας των τοποτηρητιών
    αιτιατική την τοποτηρητία τις τοποτηρητίες
     κλητική τοποτηρητία τοποτηρητίες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
τοποτηρητία < τοποτηρητής + -ία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

τοποτηρητία θηλυκό

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]