Μετάβαση στο περιεχόμενο

τορός

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: τόρος

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο τορός οι τοροί
      γενική του τορού των τορών
    αιτιατική τον τορό τους τορούς
     κλητική τορέ τοροί
Κατηγορία όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
τορός < σλαβικής προέλευσης то̑р + -ός < πρωτοσλαβική *torъ (αυλάκι, τροχιά, ίχνος) (ή < αλβανική [1] torua / torue (τορός, ίχνος) < πρωτοσλαβική *torove[2])

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /toˈɾos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: τορός

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

τορός αρσενικό

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.
  2. Orel, Vladimir E. (1998). Albanian Etymological Dictionary [Αλβανικό Ετυμολογικό Λεξικό] (στα αγγλικά). Λέιντεν – Βοστώνη: Brill.



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική τορός τορᾱ́ τὸ τορόν
      γενική τοῦ τοροῦ τῆς τορᾶς τοῦ τοροῦ
      δοτική τῷ τορ τῇ τορ τῷ τορ
    αιτιατική τὸν τορόν τὴν τορᾱ́ν τὸ τορόν
     κλητική ! τορέ τορᾱ́ τορόν
 πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ τοροί αἱ τοραί τὰ τορᾰ́
      γενική τῶν τορῶν τῶν τορῶν τῶν τορῶν
      δοτική τοῖς τοροῖς ταῖς τοραῖς τοῖς τοροῖς
    αιτιατική τοὺς τορούς τὰς τορᾱ́ς τὰ τορᾰ́
     κλητική ! τοροί τοραί τορᾰ́
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ τορώ τὼ τορᾱ́ τὼ τορώ
      γεν-δοτ τοῖν τοροῖν τοῖν τοραῖν τοῖν τοροῖν
2η&1η κλίση, Κατηγορία 'ξηρός' όπως «ξηρός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
τορός < πρωτοελληνική *torós < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *terh₁-. Ομόρριζα: τείρω. Το τορ- πρόκειται για την ετεροιωμένη βαθμίδα του τερ- της ΙΕ ρίζας *terh₁-.

Προφορά

[επεξεργασία]
λείπει η προφορά Μπορείτε να βοηθήσετε; (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
τυπογραφικός συλλαβισμός:

Επίθετο

[επεξεργασία]

τορός, -ά, -όν

  1. (για φωνή, ήχο) διαπεραστικός
    χρειάζεται παράθεμα
  2. οξύς
    χρειάζεται παράθεμα
  3. (μεταφορικά) τρανός
      6ος/5ος πκε αιώνας Αἰσχύλος, Χοηφόροι, στίχ. 33
    τορὸς γὰρ [Φοῖβος] ὀρθόθριξ δόμων [...]
    Γιατί φόβος ορθότριχος τρανός [...]
    Μετάφραση, 1η έκδοση (1911): Ιωάννης Ν. Γρυπάρης, Αθήνα:Φέξης @greeklanguage.gr
  4. (μεταφορικά) καθαρός, σαφής, απλός, φανερός
      6ος/5ος πκε αιώνας Αἰσχύλος, Ἱκέτιδες, 274
    βραχὺς τορός θ᾽ ὁ μῦθος
    Σύντομα θα ᾽ν᾽ τα λόγια μου κι απλά
    Μετάφραση (1930): Ιωάννης Ν. Γρυπάρης, Αθήνα:Εστία @greeklanguage.gr
      6ος/5ος πκε αιώνας Αἰσχύλος, Ἀγαμέμνων, στίχ. 616
    τοροῖσιν ἑρμηνεῦσιν εὐπρεπῶς λόγον
    σα ξάστερος εξηγητής, τα ωραία της λόγια
    Μετάφραση (1911): Ιωάννης Ν. Γρυπάρης, Αθήνα:Φέξης @greeklanguage.gr

Παράγωγα

[επεξεργασία]