τορός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ο | τορός | οι | τοροί |
| γενική | του | τορού | των | τορών |
| αιτιατική | τον | τορό | τους | τορούς |
| κλητική | τορέ | τοροί | ||
| Κατηγορία όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /toˈɾos/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : το‐ρός
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]τορός αρσενικό
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] τορός
|
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.
- ↑ Orel, Vladimir E. (1998). Albanian Etymological Dictionary [Αλβανικό Ετυμολογικό Λεξικό] (στα αγγλικά). Λέιντεν – Βοστώνη: Brill.
Πηγές
[επεξεργασία]- «ντορός, τορός» - ⌘ Δημητράκος, Δημήτριος Β. (1964) Μέγα λεξικὸν ὅλης τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης, 1930-1950. 2η έκδοση:1964. Αθήνα: Εκδόσεις: Δομή (15 τόμοι) & επανεκδόσεις, 1η έκδοση:1953 (9 τόμοι) Ελληνική Παιδεία.
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ὁ | τορός | ἡ | τορᾱ́ | τὸ | τορόν |
| γενική | τοῦ | τοροῦ | τῆς | τορᾶς | τοῦ | τοροῦ |
| δοτική | τῷ | τορῷ | τῇ | τορᾷ | τῷ | τορῷ |
| αιτιατική | τὸν | τορόν | τὴν | τορᾱ́ν | τὸ | τορόν |
| κλητική ὦ! | τορέ | τορᾱ́ | τορόν | |||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| ονομαστική | οἱ | τοροί | αἱ | τοραί | τὰ | τορᾰ́ |
| γενική | τῶν | τορῶν | τῶν | τορῶν | τῶν | τορῶν |
| δοτική | τοῖς | τοροῖς | ταῖς | τοραῖς | τοῖς | τοροῖς |
| αιτιατική | τοὺς | τορούς | τὰς | τορᾱ́ς | τὰ | τορᾰ́ |
| κλητική ὦ! | τοροί | τοραί | τορᾰ́ | |||
| δυϊκός | ||||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | τορώ | τὼ | τορᾱ́ | τὼ | τορώ |
| γεν-δοτ | τοῖν | τοροῖν | τοῖν | τοραῖν | τοῖν | τοροῖν |
| 2η&1η κλίση, Κατηγορία 'ξηρός' όπως «ξηρός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- τορός < πρωτοελληνική *torós < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *terh₁-. Ομόρριζα: τείρω. Το τορ- πρόκειται για την ετεροιωμένη βαθμίδα του τερ- της ΙΕ ρίζας *terh₁-.
Προφορά
[επεξεργασία]- → λείπει η προφορά Μπορείτε να βοηθήσετε; (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
- τυπογραφικός συλλαβισμός :
Επίθετο
[επεξεργασία]τορός, -ά, -όν
- (για φωνή, ήχο) διαπεραστικός
- οξύς
- (μεταφορικά) τρανός
- ※ 6ος/5ος πκε αιώνας ⌘ Αἰσχύλος, Χοηφόροι, στίχ. 33
- τορὸς γὰρ [Φοῖβος] ὀρθόθριξ δόμων [...]
- Γιατί φόβος ορθότριχος τρανός [...]
- Μετάφραση, 1η έκδοση (1911): Ιωάννης Ν. Γρυπάρης, Αθήνα:Φέξης @greek‑language.gr
- τορὸς γὰρ [Φοῖβος] ὀρθόθριξ δόμων [...]
- ※ 6ος/5ος πκε αιώνας ⌘ Αἰσχύλος, Χοηφόροι, στίχ. 33
- (μεταφορικά) καθαρός, σαφής, απλός, φανερός
- ※ 6ος/5ος πκε αιώνας ⌘ Αἰσχύλος, Ἱκέτιδες, 274
- βραχὺς τορός θ᾽ ὁ μῦθος
- Σύντομα θα ᾽ν᾽ τα λόγια μου κι απλά
- Μετάφραση (1930): Ιωάννης Ν. Γρυπάρης, Αθήνα:Εστία @greek‑language.gr
- βραχὺς τορός θ᾽ ὁ μῦθος
- ※ 6ος/5ος πκε αιώνας ⌘ Αἰσχύλος, Ἀγαμέμνων, στίχ. 616
- † τοροῖσιν ἑρμηνεῦσιν εὐπρεπῶς λόγον
- σα ξάστερος εξηγητής, τα ωραία της λόγια
- Μετάφραση (1911): Ιωάννης Ν. Γρυπάρης, Αθήνα:Φέξης @greek‑language.gr
- † τοροῖσιν ἑρμηνεῦσιν εὐπρεπῶς λόγον
- ※ 6ος/5ος πκε αιώνας ⌘ Αἰσχύλος, Ἱκέτιδες, 274
Παράγωγα
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- τορός - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- τορός - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ναός' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από σλαβικές γλώσσες (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -ός (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοσλαβική (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αλβανικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λαϊκότροποι όροι (νέα ελληνικά)
- Χρειάζονται παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Επίθετα με κλίση 'ξηρός' (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα 2ης&1ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'ξηρός' (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις οξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα οξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από την πρωτοελληνική (αρχαία ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοελληνική (αρχαία ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *terh₁- (αρχαία ελληνικά)
- Ελλείπουσες προφορές (νέα ελληνικά)
- Λέξεις χωρίς προφορά στο πρότυπο ΔΦΑ
- Αρχαία ελληνικά
- Επίθετα (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Χρειάζονται παραθέματα (αρχαία ελληνικά)
- Μεταφορικοί όροι (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Αισχύλο (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)