τοστιέρα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τοστιέρα τοστιέρες
γενική τοστιέρας τοστιέρων
αιτιατική τοστιέρα τοστιέρες
κλητική τοστιέρα τοστιέρες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τοστιέρα < τοστ + -ιέρα
μια ανοιχτή τοστιέρα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τοστιέρα θηλυκό

  • ηλεκτρική οικιακή συσκευή που αποτελείται από δύο συνδεδεμένες μέσω άρθρωσης θερμαινόμενες πλάκες για να ψήνουν ότι βρίσκεται ανάμεσά τους όταν κλείνουν (συνήθως φέτες ψωμιού για την παρασκευή τοστ)

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]