τοτινός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | ο | τοτινός | η | τοτινή | το | τοτινό |
| γενική | του | τοτινού | της | τοτινής | του | τοτινού |
| αιτιατική | τον | τοτινό | την | τοτινή | το | τοτινό |
| κλητική | τοτινέ | τοτινή | τοτινό | |||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | οι | τοτινοί | οι | τοτινές | τα | τοτινά |
| γενική | των | τοτινών | των | τοτινών | των | τοτινών |
| αιτιατική | τους | τοτινούς | τις | τοτινές | τα | τοτινά |
| κλητική | τοτινοί | τοτινές | τοτινά | |||
| Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]τοτινός, -ή, -ό
- (προφορικό) που έχει σχέση με το τότε (το παρελθόν, την παλαιότερη εποχή), ανήκει ή αναφέρεται σʼ αυτό
Αντώνυμα
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] τοτινός
|
|
Πηγές
[επεξεργασία]- τοτινός - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
- τοτινός - Αναστασιάδη - Συμεωνίδη, Άννα (2003). Αντίστροφο λεξικό της νέας ελληνικής. Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών. Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη. (συντομογραφίες)