τουαλέτες
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Κλιτικός τύπος ουσιαστικού
[επεξεργασία]τουαλέτες θηλυκό
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τουαλέτα
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] τουαλέτες
|
→ δείτε τη λέξη τουαλέτα |